Επίσκεψη κ.Μπακογιάννη
16 Σεπτεμβρίου 2011
Ο Δήμαρχος Δέλτα στις Βρυξέλλες
19 Οκτωβρίου 2011
Εμφάνιση όλων

Σίνδος

Δημοτικό Διαμέρισμα Σίνδου, πρώην Δήμου Εχεδώρου.




1. Ιστορικά Στοιχεία

α. Γενικά


Για την ύπαρξη της αρχαίας Σίνδου υπάρχει μόνο η γραπτή μαρτυρία του Ηροδότου, ότι ο στόλος του Ξέρξη εισχώρησε στο Θερμαϊκό κόλπο και ναυλόχησε στη Θέρμη, στην πόλη Σίνδο και στη Χαλάστρα. Από την περιγραφή αυτή, γνωρίζουμε, ότι η Σίνδος ήταν παράλια πόλη και βρισκόταν μεταξύ της Θέρμης και της Χαλάστρας, πιθανότατα κοντά στις εκβολές του Εχεδώρου ποταμού.



Ο Δήμιτσας αναφέρει, ότι η Σίνδος ονομαζόταν και "Σίνθος". Την ονομασία αυτή, που προέρχεται από την αντικατάσταση του συμφώνου "δ" με το άλλο οδοντικό σύμφωνο "θ", χρησιμοποιεί πρώτος ο βυζαντινός λεξικογράφος Στέφανος, ο οποίος στο λεξικό του "Περί πόλεων" γράφει "ΣΙΝΘΟΣ", πόλις παρά τω Θερμαίω κόλπω. Ηρόδοτος εβδόμη. Το εθνικόν "Σίνθιος, δηλαδή "ΣΙΝΘΟΣ", πόλη δίπλα στον Θερμαικό κόλπο. Από τον Ηρόδοτο (αναφέρεται) στο έβδομο βιβλίο του.

Ο κάτοικος (ονομάζεται) "Σίνθιος" . Η ονομασία Σίνδος είναι προελληνική, αφού στα διάφορα προελληνικά φύλα, όπως ήταν οι Πελασγοί, οι Κάρες και οι Λέλεγες αποδίδεται η προέλευση τοπονυμίων με τις καταλήξεις "νθος" και "νδος", όπως Πίνδος, Λίνδος, Σίνδος,΄Ολυνθος, Ζάκυνθος κτλ. Τα προελληνικά αυτά τοπονύμια διατηρήθηκαν στην ελληνική γλώσσα, η οποία δέχθηκε πολλές προελληνικές λέξεις κατά την συγχώνευση των πρώτων ελληνικών φύλων με τους προηγουμένους κατοίκους του ελλαδικού χώρου. Κατά την εκτίμησή μας η προέλευση της ονομασίας της αρχαίας Σίνδου σηματοδοτεί την "φυλετική ταυτότητα" των ιδρυτών της, που πιθανότητα ήταν οι Σίνδιες ή Σίντιες. Από τα προαναφερθέντα προκύπτει, ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Σίνδου ήταν πιθανότατα Πελασγοί.

Στη συνέχεια η Σίνδος κατοικήθηκε από διάφορα θρακικά και ελληνικά φύλα και ο πληθυσμός της υπήρξε ανάμικτος από Πελασγούς, Μύγδονες και Ίωνες. Αυτό συνάγεται από Την πληροφορία του λεξικογράφου Στέφανου, ότι η Θέρμη ήταν "πόλις Ελλήνων Θρηίκων", την ανεύρεση στο αρχαίο νεκροταφείο της Σίνδου χρυσού δαχτυλιδιού, στο οποίο είναι χαραγμένη η λέξη "ΔΩΡΟΝ" σε ιωνική γραφή και την ανακάλυψη στη διπλή τράπεζα της Αγχιάλου οστράκων με τα ιωνικά ονόματα Αργαθώνιος, Ίων, Εύδικος και Μενέστρατος.

β. Αρχαιολογικά Ευρήματα στην Σίνδο.

Αρχαιολογικά ευρήματα που ανακαλύφθηκαν στην ανατολική όχθη του Γαλλικού, αλλά κυρίως στην περιοχή ανάμεσα στον Αξιό και το Γαλλικό, αποδεικνύουν ότι η περιοχή κατοικείται από τη Νεολιθική Εποχή με ανάπτυξη των οικισμών κυρίως κατά τη γεωμετρική περίοδο.

Η πρώτη εγκατάσταση στη θέση αυτή χρονολογείται, με βάση την κεραμική, στην Ύστερη Εποχή Χαλκού (1300-1200 π.Χ.), ωστόσο εντοπίστηκαν και όστρακα της Ύστερης Νεολιθικής Εποχής (περ. 3500-3000 π.Χ.). Ο οικισμός αναπτύχθηκε γρήγορα και ήδη στους Γεωμετρικούς Χρόνους (9ος-8ος αι. π.Χ.) φαίνεται πως απλώθηκε σε όλη την έκταση της Διπλής Τράπεζας.

Οι έρευνες στην Κάτω Τράπεζα έφεραν στο φως ένα σημαντικό πλίνθινο οικοδόμημα μεγάλων διαστάσεων και αξιόλογα κινητά ευρήματα, ανάμεσα στα οποία κυριαρχεί η κεραμική, ντόπια και εισαγμένη, κυρίως από την Εύβοια. Πιθανόν Ευβοείς να είχαν ιδρύσει εδώ κατά τον 8° αι. π.Χ. ένα εμπορείον, δηλαδή έναν εμπορικό σταθμό.

Κατά τον 7° αι. π.Χ.παρατηρείται μια συρρίκνωση στην έκταση του οικισμού, που περιορίζεται στην Άνω Τράπεζα. Την ίδια εποχή ο χώρος της Κάτω Τράπεζας άρχισε να χρησιμοποιείται για την κατάχωση απορριμάτων σε λάκκους, από τους οποίους όμως προήλθαν σημαντικά για την έρευνα ευρήματα.

Στο β΄ μισό του 6ου και στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. ο οικισμός φαίνεται πως γνωρίζει μια δεύτερη περίοδο ακμής, η οποία πιστοποιείται και από τα πλούσια ευρήματα του γειτονικού νεκροταφείου. Την εποχή αυτή οι κάτοικοι πρέπει να είχαν αναπτύξει έντονες εμπορικές σχέσεις με πολλά κέντρα του αρχαίου κόσμου. Τα νεότερα στρώματα του οικισμού δεν βρέθηκαν εξαιτίας της σύγχρονης ανθρώπινης δραστηριότητας. Ωστόσο, ευρήματα των επιφανειακών ερευνών αποδεικνύουν ότι η οικιστική δραστηριότητα στη θέση αυτή, έστω και περιορισμένη, συνεχίστηκε μέχρι και τα βυζαντινά χρόνια.

Κατά τη διάρκεια έργων υποδομής, που εκτελούσε η ΕΤΒΑ στη θέση της Β' Φάσης της ΒΙ.ΠΕ.Θ. (1980-1982) ανακαλύφθηκαν 121 τάφοι, ορθογώνιοι σε λάκκο, λίθινοι κιβωτιόσχημοι και λίθινες σαρκοφάγοι, με πληθώρα αρχαιολογικών ευρημάτων, οι οποίοι χρονολογούνται από το 560 ως το 450 π.Χ.περίπου και σήμερα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, σε 62 βιτρίνες. Το πιο εντυπωσιακό από τα ευρήματα είναι οι Χρυσές Μάσκες, όμοιες με τις Μυκηναϊκές, καθώς και πλήθος χρυσών αντικειμένων και κοσμημάτων που συνόδευαν τις γυναίκες, ενώ οι άντρες ήταν θαμμένοι με όλο τον οπλισμό τους.

γ. Ο ποταμός Εχέδωρος, καθρέφτης του πολιτισμού μας*

Ο Εχέδωρος ή Γαλλικός ποταμός πηγάζει από το όρος Κρούσια του Νομού Κιλκίς και, μετά από πορεία 65 χιλιομέτρων,εκβάλλει στον Θερμαϊκό κόλπο, δυτικά του Καλοχωρίου. Ο Ηρόδοτος τον αναφέρει ως Χείδωρον (ο έχων δώρα), διότι η άμμος του ήταν χρυσοφόρος. Το όνομα του ποταμού κατά τη βυζαντινή περίοδο ήταν Γαλυκός,ενώ η εγκατάσταση μονάδων του Γαλλικού στρατού στην περιοχή, κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, καθιέρωσε την ονομασία Γαλλικός για έναν περίπου αιώνα.

Για χιλιάδες χρόνια, ο Εχέδωρος επιτελούσε λειτουργίες, από τις οποίες προέκυπταν οι περισσότερες από τις αξίες ενός αντιπροσωπευτικού φυσικού ποτάμιου υγροτόπου. Οι κυριότερες από τις αξίες αυτές ήταν η βιολογική, η υδρευτική, η αρδευτική, η αλιευτική, η κτηνοτροφική,η αμμοληπτική, η αντιπλημμυρική, η βελτιωτική της ποιότητας του νερού, η υλοτομική, η θηραματική, η πολιτιστική,η επιστημονική, η εκπαιδευτική, η αναψυχική, η τοποκλιματική.

Χρήση των αξιών αυτών έκαναν όχι μόνο οι άνθρωποι των χωριών εκατέρωθεν της κοίτης του, αλλά και οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι υδρεύονταν με νερό του Γαλλικού από τις αρχές του περασμένου αιώνα έως σήμερα. Κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960, προμηθεύονταν επίσης την άμμο για διάφορες οικοδομικές εργασίες και επισκέπτονταν την περιοχή για φρέσκα φρούτα και λαχανικά, για αναψυχή (κυρίως την Πρωτομαγιά) και για κυνήγι.

Πολιτιστικά στοιχεία που αποδεικνύουν τις υγροτοπικές λειτουργίες και αξίες του Εχεδώρου έχουν επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας,παρόλες τις κακοποιήσεις που έχει υποστεί και υφίσταται ο ποταμός. Η αρκετά μεγάλη ποσότητα του νερού που είχε ο Γαλλικός κατά το παρελθόν, αποδεικνύεται από το αντίστοιχο ύψος των γεφυρών των σιδηροδρόμων και των αυτοκινητοδρόμων και από τα αντιπλημμυρικά αναχώματα που κατασκευάσθηκαν την περίοδο 1928-1934. Τα αναχώματα εκτείνονται κατάντη της γέφυρας της παλαιάς εθνικής οδού,εκατέρωθεν αυτού έως τη θάλασσα και ανάντη, από την ανατολική πλευρά του ποταμού υπάρχει αντιπλημμυρικό ανάχωμα μέχρι το ύψος της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Κιλκίς. Τα αντιπλημμυρικά αναχώματα ακολουθούν ακανόνιστη χάραξη,με εύρος από 140 ως 1.200 μέτρα, με αποτέλεσμα η κοίτη του ποταμού να δημιουργήσει προοδευτικά μαιανδρισμούς που σε ορισμένα σημεία εφάπτονται στα αναχώματα. Σε τέτοια σημεία της όχθης κατασκευάσθηκαν συρματόπλεκτα κιβώτια λίθων και πέτρινοι τοίχοι για την αποφυγή της διάβρωσης του εδάφους.

Η περιοχή του Εχεδώρου δέχθηκε μεγάλες ανθρώπινες παρεμβάσεις μετά το 1930. Για την ικανοποίηση των συνεχώς αυξανόμενων αναγκών ύδρευσης της πόλης της Θεσσαλονίκης και των δραστηριοτήτων της ευρύτερης περιοχής, διανοίχτηκε ένας πολύ μεγάλος αριθμός γεωτρήσεων κυρίως στην περιοχή Καλοχωρίου και Σίνδου. Από το 1960 έως το 1970 πραγματοποιήθηκαν δεκάδες γεωτρήσεις στην κοίτη του ποταμού της περιοχής Νάρες κοντά στη Νέα Φιλαδέλφεια. Το έργο κατασκευάσθηκε για την υδροδότηση κυρίως του βιομηχανικού συγκροτήματος της τότε «Esso Pappas». Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε αγωγός διατομής 1,1 μέτρων και μήκους 20 χιλιομέτρων. O χρυσοφόρος ποταμός Εχέδωρος δεν έφτανε πια στη θάλασσα.

Σήμερα ο υγρότοποςτου Εχεδώρου έχει υποβαθμισθεί από την εξαντλητική χρησιμοποίηση των υπόγειων νερών και τη ρύπανση της κοίτης του ποταμού με ποικίλα στερεά και υγρά απόβλητα. Η υφαλμύρωση των υπόγειων νερών της περιοχής Καλοχωρίου και η καθίζηση των εδαφών είναι πλέον γεγονός. Μπορεί να λεχθεί ότι ο ποταμός Εχέδωρος ήταν ο πρώτος υγρότοπος που θυσιάστηκε για την "ανάπτυξη" της Θεσσαλονίκης. Η ύδρευση της αναπτυσσόμενης Θεσσαλονίκης συνεχίσθηκε και με αντλήσεις νερού από τους υγροτόπους της Αραβησσού και του Αλιάκμονα. Νερό από τον Αλιάκμονα προστίθεται κατά καιρούς στον υγρότοπο του Εχεδώρου. Σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων και με την προσθήκη νερού στην κοίτη του Εχεδώρου, η οικολογική κατάσταση της κοίτης του ποταμού κάπως βελτιώνεται.

δ. Χλωρίδα*

Κατά θέσεις, υπάρχουν μεμονωμένα δένδρα ή ομάδες ή μικρές λόχμες αυτοφυούς υδροχαρούς βλάστησης, ενώ σε πολλές θέσεις κυριαρχεί σε πυκνή μορφή το θαμνώδες είδος Tamarix parviflora (αρμυρίκι), που αποτελεί ενδείκτη αλατούχων εδαφών. Τα αυτοφυή είδη είναι η μισχοφόρος ιτιά,η άσπρη ιτιά, η λεύκη η λευκή, η βρωμοκαρυδιά, η φτελιά, το σκλήθρο) και ο πλάτανος. Υπάρχουν και κάποιες εκτάσεις τεχνητά δασωμένες από 35 και πλέον έτη, υπήρχε στην περιοχή πλούσια υδροχαρής βλάστηση και κατά μήκος των αναχωμάτων υπήρχαν λευκοφυτείες. Με την πτώση της υπόγειας στάθμης του νερού και με την παράνομη υλοτομία υποβαθμίσθηκε πάρα πολύ η υγροτοπική βλάστηση του ποταμού.

Σήμερα κυριαρχεί το αρμυρίκι από το ύψος του Καλοχωρίου έως το όριο των κτημάτων που ανήκουν στους Δήμους Εχεδώρου και Καλλιθέας. Σε λίγες θέσεις απαντούν η λεύκη σε πολύ καλή κατάσταση, η ιτιά, η πτελέα (καραγάτσι) και οι καλαμώνες. Στην περιοχή των εκβολών του ποταμού κυριαρχεί η αλοφυτική βλάστηση.

ε. Πανίδα*

Η περιοχή «Εκβολές Γαλλικού – Λιμνοθάλασσα Καλοχωρίου» περιλαμβάνεται στις 196 σημαντικές περιοχές για τα πουλιά της Ελλάδος. Τις εκβολές του Γαλλικού επισκέπτονται πολλά είδη υδρόβιων πουλιών, που αναφέρονται στο Παράρτημα I της Oδηγίας 79/409/EOK «περί διατηρήσεως των αγρίων πτηνών». Πολλά από τα είδη αυτά έχουν κατά καιρούς παρατηρηθεί και στη κοίτη του ποταμού ανάντη των εκβολών έως την περιοχή Νάρες, σε τμήματα μικρών ελωδών εκτάσεων. O αριθμός των ειδών πουλιών που έχουν παρατηρηθεί στον υγρότοπο του Γαλλικού ανέρχεται σε 45. Κάποια από τα είδη αυτά φωλιάζουν στην περιοχή, όπως η αβοκέτα, η αετογερακίνα,ο θαλασσοσφυριχτής, ο καλαμοκανάς, ο καλαμόκιρκος, ο κοκκινοσκέλης, το νανογλάρονο, το νεροχελίδονο και το ποταμογλάρονο. Στην περιοχή παρατηρούνται διάφορα θηλαστικά όπως η αλεπού, το τσακάλι, ο λαγός, ο σκατζόχοιρος, η νυφίτσα, το κουνάβι και ο ασβός.

* Πηγή πληροφοριών: Τεύχος 63 του περιοδικού "Αμφίβιον", δημινιαία έκδοση του Ελληνικού Κέντρου Βιοτόπων – Υγροτόπων (ΕΚΒΥ), www.ekby.gr

Skip to content